επερωτώ

επερώτησα, επερωτήθηκα, μτβ.
1. ερωτώ (υποβάλλω ερώτημα) για κάποιο θέμα, ζητώ να μάθω για κάτι.
2. κάνω επερώτηση (βλ. λ., 2) στη βουλή.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επερωτώ — (AM ἐπερωτῶ, άω) νεοελλ. υποβάλλω επερώτηση στη Βουλή ή στη Γερουσία αρχ. μσν. ρωτώ, ζητώ να μάθω («ἐπερωτῶντας θυσίαις καὶ οἰωνοῑς ὅ, τι τε χρὴ ποιεῑν καὶ ὅ, τι μή», Ξεν.) μσν. (νομ.) συμφωνώ με ομολογία αρχ. 1. ρωτώ 2. προβάλλω ερώτηση,… …   Dictionary of Greek

  • ἐπερωτῶ — ἐπερωτάω consult pres imperat mp 2nd sg ἐπερωτάω consult pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἐπερωτάω consult pres ind act 1st sg (attic epic ionic) ἐπερωτάω consult pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) ἐπερωτάω consult pres ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανεπερωτώ — ( άω) επερωτώ εκ νέου …   Dictionary of Greek

  • αποστοματίζω — (Α ἀποστοματίζω) [στόμα] 1. διδάσκω ή επαναλαμβάνω κάτι από μνήμης 2. ρωτώ και δέχομαι απαντήσεις, επερωτώ 3. απαγγέλλω, επαναλαμβάνω 4. (παθ. μτχ.) τὸ ἀποστοματιζόμενον το υπαγορευόμενο μάθημα …   Dictionary of Greek

  • επερωτητής — ο (AM ἐπερωτητής) [επερωτώ] νεοελλ. αυτός που υποβάλλει επερώτηση αρχ. αυτός που ερευνά για να πληροφορηθεί κάτι …   Dictionary of Greek

  • επερώτημα — ἐπερώτημα, το (AM) [επερωτώ] μσν. συμφωνητικό, συμβόλαιο αρχ. 1. ερώτημα 2. απόφαση, έγκριση 3. εμπιστοσύνη, πεποίθηση …   Dictionary of Greek

  • επερώτηση — η (AM ἐπερώτησις) [επερωτώ] ερώτηση επί συγκεκριμένου θέματος νεοελλ. γραπτή ερώτηση μέλους ή ομάδας μελών τού κοινοβουλίου, που στρέφεται εναντίον υπουργού, συναρμόδιων υπουργών ή τής κυβερνήσεως συνολικά μσν. σύμβαση η οποία δημιουργούσε… …   Dictionary of Greek

  • προσεπερωτώ — άω, ΜΑ επερωτώ επιπροσθέτως …   Dictionary of Greek

  • συνεπερωτώ — άω, Α [ἐπερωτῶ] ερωτώ επίσης ή συγχρόνως …   Dictionary of Greek

  • χρηστηριάζω — Α [χρηστήριος] 1. χρησμοδοτώ 2. (συν. μέσ.) χρηστηριάζομαι α) συμβουλεύομαι μαντείο, ζητώ και παίρνω χρησμό («ἐπειρώτα δὲ τάδε χρηστηριαζόμενος», Ηρόδ.) β) (σε συνεκφ. με τη δοτ. θεῷ) επερωτώ κάποιον θεό γ) (σε συνεκφ. με τη δοτ. ἱροῑσι) προλέγω… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.